φιλοτελιστής

φιλοτελιστής
ο
θηλ. -ίστρια αυτός που ασχολείται με τη φιλοτέλεια (βλ. λ.), ο συλλέκτης γραμματοσήμων, ο γραμματοσημόφιλος.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • φιλοτελιστής — ο, θηλ. φιλοτελίστρια, Ν ο συλλέκτης γραμματοσήμων. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλοτελής + κατάλ. ιστής*] …   Dictionary of Greek

  • γραμματοσημοσυλλέκτης — ο (θηλ., συλλέκτρια, η) αυτός που συλλέγει γραμματόσημα, ο φιλοτελιστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < γραμματόσημο + συλλέκτης. Η λ. γραμματοσημοσυλλέκται μαρτυρείται από το 1890 στην εφημερίδα Εφημερίς] …   Dictionary of Greek

  • γραμματοσημόφιλος — ο ο φιλοτελιστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < γραμματόσημον + φίλος. Η λ. γραμματοσημόφιλοι μαρτυρείται από το 1890 στην εφημερίδα Εφημερίς] …   Dictionary of Greek

  • φιλοτελής — ές, Ν φιλοτελιστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + τελής (< τέλος «φόρος, δασμός»), πρβλ. ισο τελής. Η λ., στον πληθ. φιλοτελεῖς, μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Άστυ] …   Dictionary of Greek

  • αποκολλώ — ησα, ήθηκα, ημένος, ξεκολλώ: Ήταν φιλοτελιστής και αποκολλούσε πολύ προσεκτικά τα γραμματόσημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γραμματοσημοσυλλέκτης, ο — και γραμματοσυλλέκτης θηλ. ρια αυτός που συλλέγει γραμματόσημα, ο φιλοτελιστής: Στο παρελθόν ήταν μανιακός γραμματοσημοσυλλέκτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”